-

08/10/2019

Μυθολογία και Συνείδηση

Απόσπασμα από ομιλία της Πέγκυ Χριστοφή που δόθηκε στο «Εγχείρημα Χείρωνας», τον Οκτώβριο 2019.

Σκεφθεῖτε μιάν ἐποχή ὅπου οἱ ἄνθρωποι γνώριζαν: ὅ,τι καί ἄν ἔκαναν ἔπρεπε νά ἔχει τήν εὐλογία τῶν Μουσῶν.

Μᾶς λένε ὅτι οἱ Μοῦσες εἶχαν συγκεκριμένα καθήκοντα πού ἀναφέρονταν στίς τότε «Καλές Τέχνες». Ἀλλά αὐτό εἶναι μία τοποθέτηση μεταγενεστέρων καί ἀποδίδει ἁρμοδιότητες σέ κάθε Μοῦσα, μέ τρόπο περιοριστικό.

Σήμερα, ἡ ἑσωτερική Γνώση, μέσῳ τῆς ὁποίας ἀνασυστήνουμε κι ἐπαναπροσεγγίζουμε κάθε ζήτημα, περιγράφει ἀλλιῶς τά δεδομένα ἐκείνης τῆς μακρυνῆς ἐποχῆς, τῆς ξεχασμένης ἀπό τούς ἴδιους τούς ἀρχαίους.

Σήμερα λοιπόν κυττάζουμε μέ τήν ἐνόραση καί βλέπουμε Ἐννέα Πρότυπα Ἁρμονικῆς Ἐκφράσεως, νά ἔχουν μοιράσει μεταξύ τους ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας, διδάσκοντας, ὑποδεικνύοντας, προστατεύοντας, εὐλογῶντας τούς ἀνθρώπους πού μοχθοῦν νά φανοῦν ἀντάξιοι τῆς εὐλογίας τῶν Μουσῶν. Ἄρα, εἴτε ζωγραφίζουν ἤ τραγουδοῦν εἴτε σπέρνουν εἴτε κατασκευάζουν, τείνουν νά τό κάνουν ὄμορφα, παράγοντας κατά τό πλεῖστον καλά ἔργα.

Διαφορετικά ἀπ’ὅ,τι συνηθίσαμε νά πιστεύουμε περιγράφει τά πράγματα πού νομίζουμε ὅτι ξέρουμε καί ἡ Σοφή, ἡ Μουσική μας γλῶσσα.

Ἐρευνῶντας τήν ἱστορία τῶν λέξεων καί τήν ἐτυμολογία, ἡ ὁμιλουμένη καί ὁμιλοῦσα γλῶσσα μας, μᾶς ὁδηγεῖ, χωρίς κἄν νά τό ἐπιδιώξουμε, στήν κατανόηση καί στήν ἐπίγνωση: ἀδιαμφισβήτητα στοιχεῖα καί ἀντιστοιχίες φωτίζουν καινούριες θεωρήσεις, πολύ εὐσταθέστερες ἀπό τίς καθιερωμένες ἀπόψεις περί Μυθολογίας. Οἱ καθιερωμένες ἀπόψεις προβάλουν ἀσύνδετους ἰσχυρισμούς, μέ τήν δικαιολογία τοῦ μύθου – παραμυθιοῦ.

Μόνο πού ἡ Μυθολογία δέν εἶναι παραμύθια:

Περί μυθολογίας, κατά Σταματάκον
(Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης)
Μῦθος γιά τούς ἀρχαίους, εἶναι πᾶν ὅ,τι λέγεται ἀπό στόματος, λόγος, ὁμιλία.
Ἀπό τό οὐσιαστικό «μῦθος» ἔχουμε τό ρῆμα μυθέομαι, πού σημαίνει: λέγω, ὁμιλῶ, ἀναφέρω, διηγοῦμαι, ὀνομάζω, μέ δεύτερη σημασία: λέγω κατ’ ἐμαυτόν, σκέπτομαι, ἐξετάζω, συλλογίζομαι. Μέ ἄλλα λόγια, πάλιν «λέγω, ὁμιλῶ», εἴτε μέ ἄλλους εἴτε μέ τόν ἑαυτό μου.

Σημειώνεται ἐπίσης τό ρῆμα μυθεύω, ἀπολύτως συνώνυμο τοῦ «μυθέομαι» ὡς ένεργητικό, ἀλλά ὡς παθητικό, μυθεύομαι, σημαίνει: εἶμαι ἀντικείμενο διηγήσεων, γίνεται πολύς λόγος περί ἐμοῦ.

Ὅταν οἱ ἀρχαῖοι θέλουν νά ποῦν διηγοῦμαι λεπτομερῶς, διηγοῦμαι λέξιν πρός λέξιν, λένε: μυθολογεύω. Καί ὅταν δέν εἶναι λεπτομερής ἤ λέξις πρός λέξιν ἡ διήγηση, ἄρα εἶναι ὅπως ἐγώ (ὁ διηγούμενος) μπορῶ νά τήν ἀποδώσω, τότε μυθολογέω.

Μυθικές παραδόσεις εἶναι οἱ κατά προσέγγισιν καί κατά τήν δυνατότητα καί κατά τό δοκοῦν διηγήσεις κάποιου ἤ κάποιων προηγουμένων, μυθολογευόντων ἤ μυθολογούντων. Μέ ἄλλα λόγια: οἱ διηγήσεις τῶν παλαιῶν εἴτε ὡς λεπτομερεῖς καί ἀκριβεῖς ἀναμεταδόσεις (ἀπομνημονευμένες) εἴτε σέ ἐλεύθερη ἀπόδοση. Κι ἐκεῖνος πού τίς διηγεῖται (πάλιν κατά τό δοκοῦν) λέγεται μυθολόγος. Ὁ λόγος τοῦ μυθολόγου εἶναι ἡ μυθολογία: εἴτε ἡ παροῦσα διήγηση εἴτε τό σύνολο τῶν μυθικῶν παραδόσεων πού μεταφέρει.

Ἐν τέλει, μέ ὁδηγό τήν γλῶσσα καί σέ μία πιό ἐλεύθερη ἀπόδοση, βάσει τῶν συμπερασμάτων, μποροῦμε νά ὁρίσουμε τήν Μυθολογία ὡς τόν λόγο περί τῶν προφορικῶν διηγήσεων παλαιοτάτων πραγμάτων. Ἀπό πουθενά ὅμως δέν συνάγεται ὅτι ὁμιλοῦμε περί ψευδῶν ἐξ ἀρχῆς καταστάσεων, περί κατασκευῶν ἤ φανταστικῶν ἱστοριῶν.

Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι «οἱ ἀρχαῖοι ἔφτιαξαν μύθους γιά νά ἐξηγήσουν τόν κόσμο» ἱκανοποιεῖ μόνο τήν φτώχεια καί τήν προχειρότητα μέ τήν ὁποία, δυστυχῶς ἐκπαιδεύονται νά λειτουργοῦν οἱ συνειδήσεις μας σήμερα.

Τήν ἀπόδειξη εὐσταθείας αὐτοῦ τοῦ δικοῦ μου ἰσχυρισμοῦ, τήν δίνει πάλι ἡ γλῶσσα μας. Ἄς δοῦμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν λέξεων μυθολογία καί παραμυθία:

Παραμυθία: παραθάρρυνσις, προτροπή, ἐγκαρδίωσις // παρηγορία, καταπράυνσις. Ἐκ τῆς «παραμυθίας» τό «παραμύθιον», το ὁποῖο κάποιοι ἀβασάνιστα ταυτίζουν μέ τόν «μῦθο».
Παραμύθιον: προτρεπτικός λόγος, παραίνεσις// παρηγορία, καταπράϋνσις, κατευνασμός, σημασίες πού συμπίπτουν μ’αὐτές τῆς «παραμυθίας» καί ὁ Δημητράκος (Μέγα Λεξικόν ὄλης τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης) συμπληρώνει: φανταστική διήγησις περί θαυμασίων συμβάντων, συνήθως δημιούργημα τῆς λαϊκῆς φαντασίας.

Μέ ὅλον τόν σεβασμό πού ὀφείλουμε στό παραμύθι καί στήν παρηγορία (ὁ διά καταλλήλων λόγων μετριασμός τοῦ ἄλγους καί ἡ πρός αἰσιοδοξίαν τροπή), δέν μποροῦμε παρά νά σκεφθοῦμε τήν κοινή ἐμπειρία μας:

Ἡ παραμυθία, ὡς παραμύθι ἤ ὡς παρηγορία, ἀποκοιμίζει.

Πέγκυ Χριστοφή – Συγγραφέας, Ιδρύτρια του Ομίλου εφαρμοσμένης φιλοσοφίας και ανθρωπιστικής δράσης «Φαρος»